Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Τον έλεγαν Μπρούμελ

Ο εραστής του αιώνα, έτσι τον ονόμασα!!!!!!! Όταν με κοίταζε, συνειδητοποιούσα όλα μου τα ελαττώματα, κάθε άσχημη πλευρά του χαρακτήρα μου ..Τίποτα, λέξη. Απλά ήμουν ένοχη ή θαυμάσια απέναντί του. Το τελευταίο συμβαίνει σπάνια. Μεγάλωσε πλάι μου τεσσεράμισι χρόνια.


Το ξέρω, δεν είναι πολλά για σωστούς ανθρώπους, αν υπάρχουν άνθρωποι σωστότεροι από τα σκυλιά, αν εξαιρέσεις τη μικρή αναπηρία τους ως προς τον λόγο. Ίσως δεν τον χρειάζονται κιόλας! Γιατί αυτός με υπέτασσε με την ανοχή του, λες και αγνοούσε τον «άλλο μου εαυτό». Με’ κείνα τα μάτια του μου πρόσφερε τη λατρεία ολόκληρης της γης, της ζωής ολόκληρης , όποιου στοιχείου αγάπης κινιέται αόρατο πάνω στον πλανήτη, περικλειόταν στα μάτια του, όταν με κοίταζε.

Καθόταν πάντα απέναντι μου . Προτιμούσε την κόκκινη πολυθρόνα, όσο διάβαζα. Ξαφνικά διαπίστωνα ότι ξεχνούσα την παρουσία του.. Μίλα, διάβολε, ζήτα ,διαμαρτυρήσου. Δεν σε αντέχω με τη συμπεριφορά σου, με ταπεινώνεις , με υποτιμάς, με κάνεις να συνειδητοποιώ όλη την εγωιστική μου ύπαρξη. Δίνεις τη γιγάντια αφοσίωση σου και γω παίρνω από σένα όπου και αν βρίσκομαι . Τόσο γαλήνιος και τρυφερός στα ελάχιστα που πρόσφερα, που δεν κατάλαβα ούτε ότι αρρώστησε, έτσι απότομα…ακαριαία..

Ξημέρωμα άκουσα ένα βογγητό και τον είδα να πετιέται πάνω και να ανακάθεται στο μαξιλάρι του, όπως κάνουν συνήθως όλοι οι άρρωστοι, που ζούνε ανάμεσα σε πόνο και εφιάλτη.. Κοίταζε πέρα, όχι εμένα, ένα όραμα αποκαλυπτικό.

Τρομαγμένη γονάτισα δίπλα του.. Τι’ ναι ψυχή μου; Τι τρέχει; Τότε έβαλε το κεφάλι του ανάμεσα στον ώμο και τον λαιμό μου, υπέροχη επαφή, αλλά η ανάσα του μ’ έκαιγε.. Έχεις πυρετό, ψιθύριζα και τον λίκνιζα στην αγκαλιά μου, ανεβοκατεβάζοντας τις παλάμες μου στο μακρόστενο κορμί του, όταν άγγιξα κάτω από το στήθος του μια πληγή. Άναψα το φως κι έχασκε μια τρύπα ανάμεσα στο πλούσιο τρίχωμά του .. Καρκίνωμα, είπε ο γιατρός. Πρέπει να πονάει; Τον ρώτησα. Πάρα πολύ, μου είπε….κι αν δεν θέλεις να υποφέρει , ξέρεις. Φυσικά και ήξερα..

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Κλειστήκαμε σπίτι. Δεν σηκώναμε τηλέφωνο, χαθήκαμε σχεδόν απ’ όλους. Κάναμε μόνο τους περιπάτους μας, πιο μεγάλους από ποτέ. Απολαμβάναμε πρωί-βράδυ το μαλακό γρασίδι του πάρκου. Τίποτα δεν του’ δινε μεγαλύτερη χαρά..

Μ’ άρεσε να συντελώ στο ν’ αποχαιρετά τη ζωή χωρίς να το ξέρει. Άλειφα τις πληγές του μ’ ένα ισχυρό παυσίπονο χωρίς γάντια και χωρίς την παραμικρή απέχθεια!

Επτά μέρες και επτά νύχτες τον νανούριζα για να αντέχει τους πόνους και ετοιμαζόμουν για τον χωρισμό..

Την επομένη της Πρωτοχρονιάς, κάναμε ένα μεγάλο περίπατο ώσπου φτάσαμε στο ιατρείο. Έλεγα ακατάληπτα στο γιατρό ώσπου περάσαμε στο χειρουργείο. Ετοίμασε τη σύριγγα , βεβαιώνοντας με πως δεν θα πονέσει καθόλου κι έσφιξε το λάστιχο για να φουσκώσει τη φλέβα. Εγώ πήρα το κεφάλι του μέσα τις παλάμες μου, τώρα θα κοιμηθείς ψυχή μου..

Έπεσε μπρούμυτα και τα αυτιά του έκρυψαν το μουσούδι του. Βυθίστηκε στον ύπνο και ακολούθησε η δεύτερη ένεση και η ζωή του σταμάτησε ακαριαία.. Ο γιατρός βεβαιώθηκε με τα ακουστικά … τον πήρε αγκαλιά και γω ζήλεψα και γύρισα «άδεια» στο σπίτι …που μου φάνηκε τελείως αλλιώτικο…

Για πολύ καιρό η θέση του Μπρούμελ έμεινε…κενή, χωρίς την παραμικρή διάθεση αντικατάστασής του από μέρους μου……
Πηγή:Καλώς μας βρήκατε

Δεν υπάρχουν σχόλια: